Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Τα κυριότερα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων .

Τα κυριότερα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων



Δύο μαρμάρινα ειδώλια από την Κέρο, γύρω στα 2800·2200 π.χ. Πρόκειται για τον αρπιστή και τον αυλητή. Τα ασυνήθιστα αυτά ειδώλια μάς πληροφορούν, μεταξύ άλλων, για τα μουσικά όργανα τις εποχής εκείνης (Εθνικό Αρχαιολογικό Moυσειο).

Τα πνευστά (έμπνευστά, έμπνευστικά) χωρίζονται σε δύο κατηγόριες, αύτή των «αυλών» πού είναι πνευστά όργανα με γλωσσίδα και αύτή των πνευστών οργάνων από τα όποία ο ήχος παραγόταν κατ' ευθείαν με φύσημα, χωρίς γλωσσίδα. Ή δεύτερη αύτή ομάδα χαρακτηρίζεται με τη λέξη «σύριγγα».

Αυλός

Το πιο σημαντικό πνευστό όργανο της αρχαίας Ελλάδας. Μόνο του σε συνδυασμό με τη φωνή ή με έγχορδα όργανα, ιδιαίτερα την κιθάρα, έπαιξε ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνική ζωή. Χρησιμοποιούταν σε πολλές τελετές, κυρίως στις τελετές προς τιμήν τού Διόνυσου, σε πομπές, στο δράμα, στoυς εθνικούς Αγώνες, στα συμπόσια , συνόδευε τούς περισσότερους χορούς (θρησκευτικούς, κοινωνικούς, λαϊκούς), ρύθμιζε τις κινήσεις των κωπηλατών και το βήμα των στρατιωτών.

Ή καταγωγή τού αυλού δεν έχει τελείως αποσαφηνιστεί. Σύμφωνα με πολλές αρχαίες πηγές, ήρθε από τη Μικρά Ασία και ειδικά, από τη Φρυγία.

Το πιο πιθανό, οπωσδήποτε, είναι ότι ο αυλός υπό κάποια μορφή ήταν γνωστός στην Ελλάδα από την πιο μακρινή εποχή, άλλά η αύλητική τέχνη εξελίχτηκε με την επίδραση και την ώθηση των αυλητών από τη Φρυγία.

Κατασκευή. το κύριο σώμα τού αυλού ήταν ένας σωλήνας (ο βόμβυξ), σε σχήμα κυλινδρικό, πού κατέληγε καμιά φορά στην άκρη σε έναν ανοιχτό, ελαφρά διευρυμένο μικρό «κωδωνα» (καμπάνα). ο σωλήνας κατασκευαζόταν από καλάμι ή από πυξάρι ή ξύλο λωτού, από κόκαλο ελαφιού, κέρατο, ελεφαντόδοντο ή κατεργασμένο χαλκό, και είχε τρύπες πού λέγονταν τρήματα ή τρυπήματα.

Οι πρώτοι αυλοί είχαν τέσσερις ή και τρεις τρύπες ακόμα. Αργότερα ο αριθμός αυξήθηκε ως τις 15, έτσι πού η έκταση τού ύψους τού αυλού έφτασε τις δύο οκτάβες. Επειδή οι τρύπες ήταν περισσότερες από τα εννιά ή οκτώ δάχτυλα πού χρησιμοποιούνταν για να τις ανοιγοκλείνουν (ο αντίχειρας τού αριστερού χεριού έκλεινε την επάνω τρύπα, πού ήταν από πίσω, και ο αντίχειρας τού δεξιού κροτούσε το όργανο), η Θηβαϊκή Σχολή (με επικεφαλής τον Πρόνομο) επινόησε ειδικά μεταλλικά κλειδιά ή κρίκους, δαχτυλίδια, από χαλκό ή ορείχαλκο. το μήκος τού σωλήνα, επίσης, αυξήθηκε από τη Θηβαϊκή Σχολή, η οποία συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην εξάπλωση της αθλητικής τέχνης τον 5ο/4ο αι, π.χ.. Γενικά, μπορεί να ειπωθεί ότι το μήκος ποίκιλλε ανάλογα με το ύψος και το είδος του αυλού. στο επάνω άκρο έμπαινε το επιστόμιο, πού αποτελούνταν από τον όλμον και το ύφόλμιον, το όποίο υποβάσταζε τον όλμο. στον όλμο έμπαινε η γλωσσίδα. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι οι Έλληνες γνώρισαν και τούς δύο τύπους, την διπλή και την απλή γλωσσίδα (διπλή όπως στο όμποε και απλή όπως στο κλαρινέτο).

Ή γλωσσίδα ονομαζόταν γλωττις, γλωσσις, γλώπα ή γλώσσα, και κατασκευαζόταν από καλάμι. Φαίνεται ότι χρειαζόταν κάποια δύναμη για να φυσήξει κανείς στον αυλό και οι αυλητές συνήθιζαν να βάζουν μια δερμάτινη λωρίδα, πού λεγόταν φορθειά ή φορβειά περνούσε πάνω από τις παρειές, αφήνοντας ένα άνοιγμα μπροστά στο στόμα για να επιτρέπει την είσοδο τού επιστόμιου και το φύσημα, και δενόταν πίσω από το κεφάλι. Φαίνεται συχνά σε αγγειογραφίες.

Συνήθως ο αυλός χρησιμοποιούταν σε ζευγάρι, οι δύο αυλοί λέγονταν δίαυλος ή δίδυμοι αυλοί, δικαλαμος και διζυγοι ή δίζυγες αυλοί, καθένας είχε το δικό του επιστόμιο, οι σωλήνες των δύο αυλών είχαν άλλοτε το ίδιο μήκος, άλλοτε ο ένας ήταν μακρύτερος από τον άλλον.

Το θέμα της χρήσης τού διπλού αυλού είναι ένα ακόμα άλυτο πρόβλημα. Μερικοί έχουν υποστηρίξει πώς έπαιζαν και οι δύο σε ταυτοφωνία (όταν το μήκος τους ήταν ίσο) ή ο ένας έπαιζε τη μελωδία, ενώ ο άλλος κρατούσε έναν ισοκράτη (στην περίπτωση των άνισων αυλών).

Υπήρχαν πολλά είδη αυλού, πού θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε κατηγορίες ή τάσεις ανάλογα με την έκταση τού ύψους, την προέλευση, το χαρακτήρα κ.λ.π.

Πλαγίαυλος

ο πλαγίαυλος κρατιόταν όπως το νεότερο φλάουτο, άλλό είχε γλωσσίδα τοποθετημένη μέσα πλάγια, Στη θέση περίπου πού στο φλάουτο βρίσκεται η οπή. Κατά τον Πολυδεύκη (IV.74). o πλαγίαυλος εlχε λιβυκή προέλευση και κατασκευαζόταν από ξύλο λωτού.

Υδραυλις, υδραυλος, ύδραυλικόν οργανον

Όργανο στο οποίο ο ήχος παραγόταν με υδραυλική πίεση του αέρα. Ή αρχή της υδραυλης βασιζόταν στην πολυκαλαμη σύριγγα ή σύριγγα τού Πάνα. Ή ανακάλυψη της υδραυλης αποδόθηκε στον Έλληνα μηχανικό Κτησίβιο από την Αλεξάνδρεια.

Φαίνεται πώς η αρχή της παραγωγής ήχων με υδραυλική πίεση τού αέρα ήταν μια ιδέα πού ο Πλάτων εφάρμοσε σ' ένα νυχτερινό ρολόι, σαν μία μεγάλη κλεψύδρα, στο όποίο οι ώρες ηχούσαν με υδραυλική πίεση τού αέρα σε σωλήνες Άθήν.(Δ'174Β.75):

«λέγεται δε Πλάτωνα μικρόν τινα έννοιαν δούναι τού κατασκευασματος νυκτερινόν

ποιήσαντα ωρολόγιον έοικός τω ύδραυλικω, οίον κλεψύδραν μεγαλην λίαν» (λέγεται πώς ο Πλάτων έδωσε κάποια ιδέα της κατασκευής (τής υδραυλης), γιατί είχε κατασκευάσει ένα νυχτερινό ρολόι όμοιο προς το υδραυλικό όργανο, σαν μια πολύ μεγάλη κλεψύδρα).

Από μερικούς συγγραφείς η εφεύρεση της υδραυλης αποδιδόταν και στον Αρχιμήδη

Σύριγξ

σύριγγα τού Πάνα, φλογέρα τού βοσκού. Ο ήχος παράγεται από φύσημα κατευθείαν μέσα στην οπή πού έχει ανοιχτεί στο επάνω άκρο χωρίς την παρεμβολή γλωσσίδας. Συρίζω (και συριττω) σήμαινε παίζω τη σύριγγα , επίσης παράγω έναν συρίζοντα ήχο.

Γενικά μπορεί να ειπωθεί πώς ο όρος σύριγγα (σύριγξ) χρησιμοποιούταν συχνά για όλα τα πνευστό όργανα χωρίς γλωσσίδα, ενώ για εκείνα πού είχαν γλωσσίδα (απλή η διπλή) χρησιμοποιούταν ο όρος αυλός. Υπήρχαν βασικά δύο είδη σύριγγας: η μονοκαλαμος και η πολυκαλαμος. Και στις δύο περιπτώσεις η σύριγγα κατασκευαζόταν από καλάμι.

Ο τόνος της μονοκάλαμης ήταν ελαφρός, γλυκός και λιγάκι συριστικός, η έκτασή της ήταν περιορισμένη στην υψηλή περιοχή, σε αντίθεση με τον αυλό, πού συχνά επονομαζόταν βαρύφθογγος (βαρύτονος). το όργανο ήταν κατακόρυφο (ίσιο) και είχε λίγες οπές. Ή πολυκαλαμη ήταν η γνωστή σύριγξ τού Πανός ή σύριγγες τού Πανός. Τα καλάμια (σωλήνες) ήταν συνήθως επτά με διαφορετικό μέγεθος, σχημάτιζαν όμως μια οριζόντια γραμμή στο επάνω άκρο χωρίς οπές, και ήταν συνδεδεμένα με κερί

Ή σύριγγα τού Πόνα ήταν όργανο ποιμενικό (ο Πάνας ήταν ποιμενικός θεός, προστάτης των δασών των κοπαδιών και των βοσκών) και δεν χρησιμοποιούταν ποτέ για καλλιτεχνικούς σκοπούς. στην περίπτωση ισομεγεθών καλαμιών, συνήθιζαν να γεμίζουν ένα τμήμα κάθε σωλήνα με κερί, μικραίνοντας έτσι βαθμιαία την αέρινη στήλη πού παλλόταν.

τρίγωνων και τρίνωνος

έγχορδο όργανο με τριγωνικό σχήμα, όπως δείχνει και το όνομά του. στην πραγματικότητα ήταν μία άρπα με χορδές διαφορετικού μήκους , παιζόταν με το δάχτυλα, χωρίς τη βοήθεια πλήκτρου. Ο ακριβής αριθμός των χορδών του δεν ήταν γνωστός. Ο Ησύχιος δίνει τον ακόλουθο ορισμό τού τριγώνου: «τρίγωνων είδος οργάνου ψαλτηρίου». το τρίγωνα θεωρούνταν ένα από τα αρχαία όργανα, όπως η βάρβιτος, η μαγαδις και η σαμβύκη (Άθήν.ο.π.). Ή προέλευση τού τριγώνου ήταν φρυγική ή αιγυπτιακή η συριακή. Παιζόταν συνήθως από γυναίκες . από τον 2ο αι.π.χ. το τρίγωνο δε χρησιμοποιούταν πια. στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών υπάρχει το ειδώλιο ενός αρπιστή ή τριγωνοεκτελεστή, γνωστό ως «Ο αρπιστής της κερου». το ειδώλιο αυτό παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. είναι κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο και χρονολογείται στην εποχή τού χαλκού. (Η Κέρος είναι μικρό νησί των Κυκλάδων κοντά Στη Θήρα.)

σαλπιγξ

ήταν κατασκευασμένη είτε από χαλκό (η ίσια) είτε από κέρατο (η καμπυλωτή) και οι δύο είχαν επιστόμιο. Ή κεράτινη σάλπιγγα ονομαζόταν κέρας , η σάλπιγγα δεν χρησιμοποιούταν από τούς Έλληνες για καθαρά μουσικούς σκοπούς. Συνήθως χρησιμοποιούταν για τα πολεμικά σαλπίσματα ή από τούς κήρυκες· καμία φορά επίσης για τελετουργικούς σκοπούς και στην περίπτωση αύτή η σάλπιγγα λεγόταν σαλπιγξ ή ιερά.

Ή σάλπιγγα είχε τυρρηνική (ετρουσκική) προέλευση. Ή χρήση του «αύλείν» με τη σημασία τού παίζω το κέρας ή τη σάλπιγγα είναι χαρακτηριστική και δείχνει τη γενική χρήση τού αυλού για όλα τα πνευστά. Διάφορα είδη σαλπίγγων ήταν γνωστά: (1)η ελληνική (μακριά στο σχήμα), (2) η αιγυπτιακή (στρογγυλή), (3) η γαλατική (χυτή-χωνευτή), ονομαζόμενη κάρνυξ από τούς Κέλτες (οξύφωνη), (4) η παφλαγονική (μεγαλύτερη από την ελληνική ,βαρυφωνη), (5) η μηδική (με καλαμένιο σωλήνα) και (6) η τυρσηνική (όμοια με τον φρυγικό αυλό, με κυρτό κώδωνα και πολύ οξύφωνη).

Μια ελληνική σάλπιγγα κατασκευαζόμενη από 13 τμήματα οπό ελεφαντόδοντο ταιριασμένα το ένα μέσα στο άλλο, βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών Στη Βοστόνη.

Τα έγχορδα

(κρουόμένα, έντατά, πληττόμενα κ.α.). Τα όργανα αυτά, πολύ διαδεδομένα στην αρχαία Ελλάδα παίζονταν είτε κατ' ευθείαν με τα δάχτυλα είτε με πλήκτρα. οι χορδές τους εκτείνονταν στο κενό και καθεμία τους έδινε έναν ήχο. Τα έγχορδα διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες: Πρώτη αυτήν πού περιλαμβάνει τη λύρα, την κιθάρα και τα συγγενικά τους όργανα (κιθαρίς, βόρβιτο κ.α) πού είχαν χορδές ίσες σε μήκος αλλά διαφορετικές σε πάχος (ο αριθμός των χορδών δεν ξεπερνούσε τις 12). Δεύτερη κατηγορία είναι αύτή τού ψαλτηρίου, ξενικής προέλευσης, πού παιζόταν μόνο με τα δάκτυλα (μαγαδις, πήκτις, φοίνιξ κ.ά.) καθώς και τα ελληνικής προέλευσης έπιγόνειον, σιμίκιον κ.ά. όπως το τρίγωνο πού είχαν διαφορετικού μήκους χορδές πού μπορούσαν να φτάσουν τον αριθμό των 40, γι' αυτό και τα όργανα της κατηγορίας αυτής λέγονταν «πολύχορδα». Ή τρίτη τέλος κατηγορία, μάλλον περιορισμένη περιλαμβάνει όργανα με βραχίονα (χέρι) και είναι αύτή τού λαούτου με αντιπροσωπευτικό όργανο το τρίχορδον.

Λύρα

«κατεξοχήν» εθνικό όργανο της αρχαίας Ελλάδας, η λύρα ήταν επίσης το πιο σημαντικό και ευρύτερα γνωστά όργανο. Συνδεόταν στενά με τη λατρεία τού Απόλλωνα, και για το λόγο αυτό περιβαλλόταν με μεγάλο σεβασμό. Χάρη στον απλό μηχανισμό και στην ιδιαίτερη και χαρακτηριστική ποιότητα τού τόνου της η λύρα χρησιμοποιήθηκε ως το κύριο όργανο για την εκπαιδεύσει των νέων. Επειδή δεν ήταν πολύπλοκο ή ιδιαίτερα ηχηρό όργανο, δεν χρησιμοποιούταν σε υπαίθριες εκδηλώσεις ή διαγωνισμούς συνδέθηκε όμως στενά με τις κοινωνικές εκδηλώσεις σε κλειστό χώρο. Σύμφωνα μ' έναν πλατιά διαδομένο μύθο ο Ερμής αμέσως μετά τη γέννησή του σ ένα σπήλαια της Κυλλήνης, έκλεψε κρυφά μια νύχτα τα βόδια πού φύλαγε ο Απόλλωνας. Βλέποντας έξω από το σπήλαιο μία χελώνα αφαίρεσε το όστρακο της και στερέωσε πάνω του χορδές από έντερο βοδιού, έτσι, κατασκεύασε τη λύρα. Όταν ο Απόλλων ανακάλυψε την κλοπή και παραπονέθηκε στον Δια, ο Έρμής πρόσφερε τη λύρα στον Απόλλωνα, πού μαγεύτηκε από τον ήχο της. Ή λύρα ήταν γνωστή στην Ελλάδα από την απώτερη αρχαιότητα. Ή λύρα στην αρχική της μορφή στηριζόταν πάνω στο όστρακο μιας χελώνας, πού χρησίμευε για ηχείο της , στο υλικό αυτό οφείλεται το ποιητικό όνομα Χέλυς. πού είχε η παλαιά λύρα. σε κατοπινά χρόνια το ηχείο κατασκευαζόταν και από ξύλο, πάλι όμως σε σχήμα όστρακου χελώνας. Πάνω από το κοίλο μέρος. απλωνόταν τεντωμένη, για να πάλλεται, μια μεμβράνη από δέρμα βοδιού. σε κάθε πλευρό τού όστρακου δύο Βραχίονες από κέρατο αγριοκάτσικου ήταν στερεωμένοι παράλληλα στο ηχείο , ήταν ελαφροί και λίγο καμπυλωτοί και λέγονταν πήχεις ή ζυγός. Οι χορδές καμωμένες από έντερο ή νεύρα (τένοντες) (σε παλαιότερα χρόνια κατασκευάζονταν από λινάρι ή καναβι) στερεώνονταν με κόμπο πονώ σε μια μικρή πλάκα πού λεγόταν χορδοτόνιον ή χορδοτόνος, στο κάτω μέρος του ηχείου περνούσαν κατόπιν πάνω από μία μικρή γέφυρα (καβαλάρης, ή μαγάς) πού απομόνωνε το παλλόμενο τμήμα των χορδών και προχωρούσαν κατά μήκος του οργάνου ως το ζυγόν, όπου και δένονταν. σε παλαιότερα χρόνια οι χορδές δένονταν με δερμάτινο λουρί. στους κλασικούς όμως χρόνους χρησιμοποιούσαν στριφτάρια (κλειδιά), καμωμένα από ξύλο, μέταλλο ή ελεφαντόδοντο - τα στριφτάρια αυτά, στερεωμένα μ' ένα μηχανισμό πάνω στο ζυγόν, τέντωναν τις χορδές με περιστροφική κίνηση, και λέγονταν κόλλαβοι ή κόλλοπες. Όλες οι χορδές είχαν το ίδιο μήκος αλλά διαφορετικό πάχος και όγκο και καθεμία έδινε έναν ήχο. ο αριθμός των χορδών ποίκιλλε κατά τούς ιστορικούς χρόνους για μία μακρά όμως περίοδο οι χορδές ήταν επτά. Ή έπταχορδη λύρα παρέμεινε σε χρήση για μια μακρό περίοδο στους κλασικούς χρόνους. στην αγγειογραφία η λύρα συχνά παριστάνεται με επτά χορδές. Ωστόσο. παράλληλα με τη χρήση της έπταχορδης (και της οκτάχορδης) λύρας, γινόταν χρήση και οργάνων με περισσότερες χορδές. από τον 5ο αι.π.χ. κιόλας εμφανίζονται λύρες (και κιθάρες) με εννιά ως δώδεκα χορδές. Για τον τρόπο πού παιζόταν η λύρα και τα παρόμοια όργανα έγινα διάφορες υποθέσεις, βασισμένες κυρίως σε μαρτυρίες της αγγειογραφίας και μερικών σπάνιων φιλολογικών πηγών. Γενικά, πιστεύεται ότι οι χορδές παίζονταν με το δεξί χέρι, συχνά με πλήκτρο, μολονότι γινόταν εκτέλεση και με γυμνά δάκτυλα. το αριστερό χέρι πιθανόν να χρησιμοποιούταν για να σταματά τη δόνηση των χορδών - κρίνοντας όμως από τη θέση των δαχτύλων τού αριστερού χεριού σε πολλές παραστάσεις αγγείων είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε πώς χωρίς αμφιβολία, και το αριστερό χέρι έπαιζε με γυμνά δάχτυλα. αυτό υποστηρίζεται και από μερικές φιλολογικές πηγές. Ή λύρα κρατιόταν συνήθως λοξά με ελαφρύ κλίση προς τα εμπρός ο εκτελεστής καθόταν συνήθως με το όργανο πάνω στα γόνατά του ή ανάμεσα στους βραχίονες του στερεώνοντας το με ένα δερμάτινο λουρί πού λεγόταν τελαμών. Γενικά μπορεί να λεχθεί πώς η λύρα χρησιμοποιούταν συχνότερα από τούς ερασιτέχνες, ενώ η κιθάρα από τούς επαγγελματίες.

φόρμιγξ

μια παραλλαγή της αρχαϊκής λύρας. Ήταν, πιθανώς, το πιο αρχαίο έγχορδο όργανο στο χέρια των αοιδών. Εμφανίζεται σε παραστάσεις αγγείων, συνήθως, με τέσσερις χορδές (είχε τρεις έως πέντε), μολονότι αρχαίοι συγγραφείς μιλούν και για έπτάχορδες φόρμιγγες - ο όρος φόρμιγξ χρησιμοποιούταν συχνά Στη θέση τού πιο γενικού όρου, της λύρας. Ή φόρμιγγα ήταν μικρή, κοίλη και κρατιόταν σε πλαγιαστή θέση, όπως και η λύρα. Ή φόρμιγγα θεωρούνταν ιερό όργανο όπως φανερώνουν πολλά επίθετα πού της αποδόθηκαν.

βάρβιτος (ο και ή) και βάρβιτον (το)

μία παραλλαγή της λύρας. Ή βάρβιτος ήταν πιο στενή από τη λύρα και μακρύτερη. ο αριθμός των χορδών τού βαρβίτου δεν είναι γνωστός. ο Θεόκριτος λέει πώς ήταν ένα πολύχορδο όργανο ενώ ο κωμικός ποιητής Άναξιλας μιλά για τρίχορδους βαρβίτους.

Κιθάρα

έγχορδο όργανο, πιο τελειοποιημένο και πιο επεξεργασμένο από τη λύρα. Διέφερε από αυτήν ως προς το ηχείο, το μέγεθος και την ήχητικότητα. Οι δύο βραχίονες ήταν δυνατοί και συμπαγείς. το μέγεθος ήταν πολύ μεγαλύτερο και ο τόνος πιο πλατύς και πιο ηχηρός. στο σύνολό της η κιθάρα ήταν πιο βαριά και πιο γεροδεμένη, ο εκτελεστής, πού συνήθως καθόταν την κρατούσε όρθια, σε μία σχεδόν κάθετη θέση, με κάποια κλίση προς τα μέσα, ενώ η λύρα πού ήταν πολύ ελαφρότερη κρατιόταν λοξά (προς τα έξω συνήθως). Εκτός από τις διαφορές αυτές, η κιθάρα είχε στενή συγγένεια με τη λύρα από όλες τις απόψεις , αληθινά θα μπορούσε να λεχθεί πώς ήταν ένας πιο τελειοποιημένος τύπος λύρας και ό,τι ισχύει για τη λύρα σχετικά με την κατασκευή, την παραγωγή ήχου κτλ. ισχύει επίσης για την κιθάρα. Άλλά ενώ η λύρα περιορίστηκε στους ερασιτέχνες, η κιθάρα ήταν το όργανο των επαγγελματιών. Ενώ η λύρα ενέπνεε μεγάλο σεβασμό ως εθνικό κυρίως όργανο και χρησιμοποιούταν για την εκπαίδευση των νέων, η κιθάρα ήταν σε μεγάλη τιμή στους εθνικούς αγώνες (Ολύμπια, Πύθια κτλ) και στους διαγωνισμούς. Τόσο η κιθαρωδία, όσο και η κιθαριστική εφαρμόστηκαν, αναπτύχθηκαν και δοξάστηκαν από φημισμένους αρχαίους μουσικούς. στους προκλασικούς χρόνους η κιθάρα είχε από τρεις ως επτά χορδές , η έπταχορδη κιθάρα ήταν μία καινοτομία τού Τέρμπανδρου (7ος αι.π.χ.). στον 6ο αι. προστέθηκε 8η χορδή και στον 5ο αΙ χρησιμοποιήθηκαν κιθάρες με 9.10.11 και 12 χορδές.

σαμβύκη

επίσης σάμβυξ , μεγάλο έγχορδο όργανο, τού όποίου το μέγεθος υπερέβαινε το ένα μέτρο. το σχήμα του ήταν τριγωνικό και κατά τον Αθηναίο (ΙΔ 634Α) ήταν όμοια με την πολιορκητική μηχανή, πού είχε το ίδιο όνομα. Ή σαμβύκη είχε το σχήμα ενός πλοίου στην οριζόντιά της θέση με έναν όρθιο χορδοκράτη επάνω της. Ή σαμβύκη είχε μεγάλο αριθμό χορδών, κουρδισμένων πιθανόν κατά ζεύγη και οκτάβες, όπως η μαγαδις, και παιζόταν με πλήκτρο . Φαίνεται πώς υπήρχαν και σαμβύκες με λίγες χορδές (τέσσερις). στην Ελλάδα έγινε γνωστή από τη Συρία ή την Aιγυπτo.

μαγαδις·

(α)μάγαδις (θηλ.η) έγχορδο πλατιά γνωστό στην αρχαία Ελλάδα. το σχήμα του ήταν τριγωνικό. Οι χορδές του είκοσι, και παιζόταν με τα δύο χέρια, χωρίς τη βοήθεια πλήκτρου, άνήκε στο λεγόμενα ψαλτικά όργανα (πού παίζονταν με γυμνό δάχτυλα) το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ότι οι χορδές του κουρδίζονταν ανά ζεύγη, κάθε νότα με την όγδόη της (10 διπλές χορδές), αυτό επέτρεπε την εκτέλεση κατά όγδοες, πού λεγόταν μαγαδίζειν («μαγαδίζειν εν τη διαπασών συμφωνία»). Ή μαγαδις ήταν ένα αρχαίο όργανο πού αναφέρεται όσό τον Αλκμάνα τον 7ο αι.π.χ. σε τρέχουσα χρήση στη Λέσβο, στα χρόνια τού Ανακρέοντα (6ος αι.π.χ.) Ή μάγαδις ήταν ένα από το «πολύχορδα» όργανα όπως και η πήκτις, η σαμβύκη και ο φοίνιξ τα όποία ο Πλάτων καταδίκαζε και ο Αριστόξενος ονόμαζε «ξένα» (έκφυλα όργανα)

φοίνιξ φοινίκιον

(α) ο φοίνιξ ήταν έγχορδο όργανο παρόμοιο με τη μαγαδι και την πήκτιν , ήταν όργανο πολύχορδο και οι χορδές του κουρδίζονταν κατά ζεύγη, καθεμιά με την οκτάβα της, όπως και στα άλλα δύο όργανα . Ή προέλευσή του ήταν φοινικική από όπου και το όνομά του, αλλά κατά τον Δήλιο ποιητή Σήμο ονομαζόταν έτσι, γιατί οι βραχίονές του κατασκευάζονταν από ξύλο φοινικιάς της Δήλου

πήκτις και πηκτίς

πολύ γνωστό έγχορδο όργανο. Ήταν στενό συνδεδεμένο με τη μαγαδι όπως και η μόγαδις, ήταν ένα μεγάλο όργανο με 20 χορδές κουρδισμένες κατά ζεύγη, καθεμία με την οκτάβα της. Άνήκε στα ψαλτικά όργανα πού παίζονταν με γυμνά δάχτυλα χωρίς πλήκτρο. Ή πήκτις είχε λυδική προέλευση και ή Σαπφώ θεωρούνταν η πρώτη πού τη χρησιμοποίησε

πανδούρα

επίσης πανδουρίς και πάνδουρος ένα τρίχορδο όργανα της οικογένειας τού λαούτου. ονομαζόμενο από τούς αρχαίους τρίχορδον.,στους Αλεξανδρινούς χρόνους το όνομα πανδούρα χρησιμοποιούταν για να δηλώνει και ολόκληρη την οικογένεια όμοιων οργάνων που παίζονταν με πλήκτρο.

Τα κρουστά.

Όργανα πού παράγουν ήχο με κρούση. Οι αρχαίοι ονόμαζαν κρουστά και τα έγχορδα. το κρουστό, με τη σημερινή όμως έννοια τού όρου, αποτελούν όργανα πού δεν χρησιμοποιούνταν για καθαρό μουσικούς σκοπούς. Ήταν όργανα ξένης προέλευσης κυρίως, όπως τα κρόταλα, το σείστρο, τα κύμβαλα, το τύμπανο κ.α. και παίζονταν σε οργιαστικές λατρείες και τελετές.

δίσκος

γκόνγκ μετάλλινος δίσκος με μία τρύπα Στη μέση που τον κρεμούσαν από ένα κορδόνι και τον χτυπούσαν με ένα σφυρί. ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ίππασος ο Μετοποντίνος εφεύρε μία αρμονία (σειρά) με τέσσερις δίσκους με την ίδια διάμετρο άλλά διαφορετική και καλά υπολογισμένη πυκνότητα (πάχος) με την οποία μπορούσε να παράγει την 4η 5η και την 8η

κύμβαλα

κρουστό όργανο αποτελούμενο όπως και τα νεότερα κύμβαλα (piati) από δύο κοίλα ημισφαιρικά μετάλλινα πιάτα . Τα κύμβαλα ήταν ασιατικής προέλευσης και στην αρχή χρησιμοποιούνταν στις οργιαστικές λατρείες της Κυβέλης και αργότερα τού Διόνυσου (Βάκχου) Άλλη λέξη για το κύμβαλο ήταν το βακύλλιον βαβούλιον . Τα κύμβαλα δεν είχαν για τούς Έλληνες καμία πραγματική μουσική άξία

τύμπανον και τύπανον

κρουστό όργανο πού χρησιμοποιούταν ιδιαίτερα σε ιεροτελεστίες της Κυβέλης και τού Διόνυσου. Ήταν ένας ξύλινος κύλινδρος με δερμάτινες μεμβράνες τεντωμένες και από τις δύο πλευρές, παιζόταν με το χέρι συνήθως από γυναίκες

σείστρον

μικρό κρουστό όργανο, σείστρο. Είχε σχήμα σπιρουνιού ή πέταλου προσαρμοσμένου σε λαβή και έναν αριθμό (ως επτά) από εγκάρσιες μικρές ράβδους ή μικρά κουδούνια. το σείστρο ήταν μεταλλικό και όταν το κουνούσε κανείς παρήγε διαπεραστικό ήχο ακαθόριστου ύψους, προήλθε από την Αίγυπτο όπου χρησιμοποιούταν σε τελετές προς τιμήν της Ίσιδος . Σείστρο ήταν επίσης ένα παιχνίδι με το όποίο «οι παραμάνες νανούριζαν τα παιδιά»

κώδων κουδούνι (κώδωνας)

σε σχήμα ανάποδου κυπέλλου. Υπήρχαν δύο τύποι το απλό και το σύνθετο. το πρώτο ήταν ένα μετάλλινο κουδούνι κρεμασμένο πού παιζόταν με σφυράκι ή μ' ένα γλωσσίδι από μέσα. το σύνθετο ήταν μια σειρά από κουδούνια πού παίζονταν με ξύλινο ραβδί. τα κουδούνια ήταν κατασκευασμένα από κατεργασμένο χαλκό (χαλκήλατοι κώδωνες) ή καμιά φορά από πηλό

κρόταλα

κρουστό όργανο. από δύο κοίλα κομμάτια οστράκου, ξύλου ή μέταλλου σε διάφορα σχήματα. τα κρόταλα χρησιμοποιούνταν, όπως οι καστανιέτες, για να κρατούν το ρυθμό των χορευτών. Ιδιαίτερα στις τελετές της Κυβέλης και τού Διόνυσου. Συνήθως δένονταν μαζί ή ένα σε κάθε χέρι . τα κρόταλα τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά γυναίκες.

Το κείμενο αυτό αποτελείται από αποσπάσματα της «Εγκυκλοπαίδειας της αρχαίας ελληνικής μουσικής» τού Σόλωνα Μιχαηλίδη, έκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1982.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου